Οι κυβερνήσεις πρέπει, επειγόντως, να εντείνουν τις προσπάθειές τους, ώστε να βελτιώσουν την εκπαίδευση και τις άλλες πολιτικές που θα βοηθήσουν τους πολίτες τους να καρπωθούν τα οφέλη του ψηφιακού μετασχηματισμού, κάτι που θα μειώσει τον κίνδυνο να διευρυνθούν οι ανισότητες και να αυξηθεί η ανεργία εξαιτίας της αυτοματοποίησης ολοένα περισσότερων παραγωγικών δραστηριοτήτων και θέσεων εργασίας.

Αυτό είναι το βασικό μήνυμα μιας νέας έκθεσης του ΟΟΣΑ (OECD Skills Outlook 2019), σχετικά με τις ψηφιακές δεξιότητες σε κάθε χώρα μέλος και τις επιπτώσεις της τεχνολογικής αλλαγής στην αγορά εργασίας και γενικότερα στην οικονομία. Η έκθεση επισημαίνει ότι μερικές χώρες είναι καλύτερα προετοιμασμένες, ενώ άλλες λιγότερο (μεταξύ αυτών και η Ελλάδα) λόγω των ελλιπών ψηφιακών δεξιοτήτων του πληθυσμού τους.

Μόνο λίγες χώρες (Βέλγιο, Δανία, Φινλανδία, Ολλανδία, Νορβηγία, Σουηδία) θεωρούνται ότι έχουν τις αναγκαίες ψηφιακές δεξιότητες και τα κατάλληλα συστήματα εκπαίδευσης και δια βίου μάθησης, που τους επιτρέπουν να αξιοποιήσουν ευρέως και έγκαιρα τις δυνατότητες και προκλήσεις του ψηφιακού κόσμου.

Από την άλλη, σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, πολλές χώρες κρίνονται ότι υστερούν και μένουν πίσω. Ακόμη και χώρες όπως η Ιαπωνία και η Ν.Κορέα, που έχουν μεγάλο ψηφιακό δυναμικό, προτρέπονται από τον ΟΟΣΑ να κάνουν μεγαλύτερες προσπάθειες για να διασφαλίσουν ότι οι μεγαλύτερης ηλικίας εργαζόμενοι δεν θα χάσουν το «τρένο» της νέας ψηφιακής επανάστασης.

Μεγαλύτερο θεωρείται ότι είναι το πρόβλημα σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Χιλή, η Ιταλία, η Λιθουανία, η Σλοβακία και η Τουρκία, οι οποίες συχνά δεν έχουν τις απαραίτητες δεξιότητες που είναι αναγκαίες για να αναπτυχθούν, ούτε τα κατάλληλα εκπαιδευτικά συστήματα που θα τους επιτρέπουν να αναβαθμίζουν συνεχώς τις δεξιότητες των πολιτών τους.

«Στο σημερινό ταχέως ψηφιοποιούμενο κόσμο», δήλωσε ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ, Άνχελ Γκουρία, ο οποίος παρουσίασε την έκθεση στο Παρίσι, «οι δεξιότητες κάνουν τη διαφορά ανάμεσα στο να οδηγεί κανείς τις εξελίξεις και να δυσκολεύεται να τις ακολουθήσει. Για να βοηθήσουν τους ανθρώπους, οι κυβερνήσεις είναι ανάγκη να βρουν τη σωστή ισορροπία ανάμεσα σε πολιτικές που ενισχύουν την ευελιξία, την κινητικότητα των εργαζομένων και τη σταθερότητα των θέσεων εργασίας. Οι επιχειρήσεις επίσης έχουν να παίξουν ρόλο-κλειδί στο να εξασφαλίσουν ότι οι εργαζόμενοι θα αναβαθμίζουν τις δεξιότητες και θα αποκτούν καινούριες, προσαρμοζόμενοι στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της αγοράς εργασίας, πράγμα που θα διασφαλίσει ότι η σημερινή τεχνολογική επανάσταση θα βελτιώσει τις ζωές όλων».

Η έκθεση θεωρεί κρίσιμης σημασίας τα παραδοσιακά εκπαιδευτικά συστήματα να εξελιχθούν σε συστήματα δια βίου μάθησης και οι ενήλικες να επανεκπαιδεύονται στη διάρκεια όλης της καριέρας τους. Όμως σήμερα στις χώρες του ΟΟΣΑ η επανεκπαίδευση των ενηλίκων με χαμηλές δεξιότητες (των κατ’ εξοχήν ευάλωτων στις τεχνολογικές αλλαγές) παραμένει 40% μικρότερη από εκείνη των εργαζομένων με ήδη υψηλές δεξιότητες. Ο ΟΟΣΑ τονίζει ότι είναι ζωτικό να καταπολεμηθεί η έλλειψη κινήτρων, η οποία φαίνεται να εμποδίζει πολλούς ενήλικες με χαμηλές ψηφιακές δεξιότητες από το να κάτσουν ξανά στα θρανία.

Ο Οργανισμός εκτιμά ότι οι εργαζόμενοι σε περισσότερα από τα μισά επαγγέλματα (το 54%) που θεωρούνται υψηλού κινδύνου για αυτοματοποίηση, θα χρειαστούν είτε μέτρια (λιγότερο από ένα έτος), είτε εντατική επανεκπαίδευση (πάνω από ένα έτος) για να μπορέσουν να διατηρήσουν τη δουλειά τους ή να βρουν ακόμη καλύτερη και ασφαλέστερη. Μόνο έτσι, τονίζει η έκθεση, οι εργαζόμενοι θα μπορέσουν να αποφύγουν την αντικατάσταση τους με πιο ικανούς εργαζόμενους ή -χάρη στις νέες ψηφιακές δεξιότητες τους- να μετακινηθούν σε άλλες πιο ποιοτικές θέσεις εργασίας.

!function(f,b,e,v,n,t,s){if(f.fbq)return;n=f.fbq=function(){n.callMethod? n.callMethod.apply(n,arguments):n.queue.push(arguments)};if(!f._fbq)f._fbq=n; n.push=n;n.loaded=!0;n.version=’2.0′;n.queue=[];t=b.createElement(e);t.async=!0; t.src=v;s=b.getElementsByTagName(e)[0];s.parentNode.insertBefore(t,s)}(window, document,’script’,’//connect.facebook.net/en_US/fbevents.js’); fbq(‘init’, ‘1706173679639449’); fbq(‘track’, «PageView»); function loadFacebookAPIOnUndefined() { if (typeof FB !== ‘undefined’) { FB.init({ appId: ‘219378041527087’, cookie: true, xfbml: true, version: ‘v3.0’ }); } else { $.getScript(«http://connect.facebook.net/en_US/sdk.js», function () { FB.init({ appId: ‘219378041527087’, cookie: true, xfbml: true, version: ‘v3.0’ }); facebookAPILoaded = true; }); } } $(document).ready(function () { var options = { type: «scroll», scripts: [ «//connect.facebook.net/en_US/sdk.js#xfbml=1&appId=219378041527087″ ], success: function () { FB.init({ appId: ‘219378041527087’, cookie: true, xfbml: true, version: ‘v3.0’ }); } }; if ($(window).scrollTop() > 0) { window.fbAsyncInit = function () { FB.init({ appId: ‘219378041527087’, cookie: true, xfbml: true, version: ‘v3.0’ }); //jQuery(‘#fb-root’).trigger(‘facebook:init’); document.body.className += » fbinit»; }; (function (d, s, id) { var js, fjs = d.getElementsByTagName(s)[0]; if (d.getElementById(id)) { return; } js = d.createElement(s); js.id = id; js.src = «http://connect.facebook.net/en_US/sdk.js»; fjs.parentNode.insertBefore(js, fjs); }(document, ‘script’, ‘facebook-jssdk’)); } else { $.lazyscript(options); } }); function loadFacebookAPI() { $.getScript(«http://connect.facebook.net/en_US/sdk.js», function(){ FB.init({ appId: ‘219378041527087’, cookie: true, xfbml: true, version: ‘v3.0’ }); facebookAPILoaded = true; }); }

Source link

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *